Pin It

Επιστήμονες ανέπτυξαν ένα διαγνωστικό τεστ που ανιχνεύει την παρουσία της δεσμοσίνης, ενός αμινοξέος που εκκρίνουν οι νοσούσες αρτηρίες στο αίμα και στα ούρα. Το ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής αποκαλείται από τους γιατρούς «σιωπηλός δολοφόνος» καθώς δεν δίνει συμπτώματα παρά μόνο όταν συμβεί η ρήξη. Σύμφωνα με επιδημιολογικά στοιχεία αφορά στο 1% των ανδρών άνω των 65 ετών και το 80% των ασθενών τελικά δεν επιβιώνει του συμβάντος.

Ερευνητές της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Dundee, ωστόσο, σε άρθρο που δημοσιεύουν στο Journal of the American Heart Association υποστηρίζουν ότι μπορεί να πετύχουν μείωση του αριθμού των θανάτων που οφείλονται στα ανευρύσματα κοιλιακής αορτής.

Οι επιστήμονες ανέπτυξαν ένα διαγνωστικό τεστ που ανιχνεύει την παρουσία της δεσμοσίνης, ενός αμινοξέος που εκκρίνουν οι νοσούσες αρτηρίες στο αίμα και στα ούρα. Πιστεύουν λοιπόν ότι έτσι θα βελτιωθεί η διάγνωση αλλά και η παρακολούθηση των αορτικών ανευρυσμάτων, ανοίγοντας τον δρόμο για νέες θεραπευτικές παρεμβάσεις.

Η Δρ. Anna Maria Choy, καρδιολόγος στο Πανεπιστήμιο του Dundee εξηγεί ότι οι ομάδες υψηλού κινδύνου θα μπορούν να υποβάλλονται σε υπερηχογραφικό έλεγχο και στην περίπτωση που εντοπιστεί αορτικό ανεύρυσμα θα μπορούσαν αν ενταχθούν σε πρόγραμμα εντατικής παρακολούθησης ή άμεσης θεραπευτικής παρέμβασης.

Κι επειδή το μέγεθος του ανευρύσματος δεν συνάδει πάντα με τον κίνδυνο ρήξης, οι ερευνητές πιστεύουν ότι η μέτρηση των επιπέδων της δεσμοσίνης είναι ένας ακριβέστερος τρόπος εντοπισμού των ασθενών που κινδυνεύουν να υποστούν ρήξη και πρέπει να αντιμετωπιστούν άμεσα.

«Προς το παρόν οι ασθενείς υποβάλλονται σε χειρουργική επέμβαση όταν το ανεύρυσμα φτάνει σε ένα μέγεθος τέτοιο που θεωρείται επικίνδυνο να διαρραγεί. Το πρόβλημα όμως είναι ότι τα ανευρύσματα αορτής μεγαλώνουν απρόβλεπτα και γρήγορα. Μερικές φορές παραμένουν σταθερά για αρκετό διάστημα και έπειτα ξαφνικά σπάνε, ενώ μπορεί να σπάσουν ακόμα και όταν δεν έχουν το ανάλογο μέγεθος», εξηγεί η Δρ. Choy.

Pin It