Pin It
Οι επιστήμονες έχουν διαπιστώσει ότι ασταθή χρωμοσώματα εντός των πνευμονικών όγκων αυξάνουν τον κίνδυνο υποτροπής του καρκίνου μετά από χειρουργική επέμβαση, και έχουν χρησιμοποιήσει αυτή τη νέα γνώση για την ανίχνευση υποτροπής πολύ πριν από τις τυποποιημένες εξετάσεις. Αυτά είναι τα πρώτα ευρήματα από το πρόγραμμα μελέτης του καρκίνου του πνεύμονα TRACERx 1, που δημοσιεύθηκαν στα επιστημονικά περιοδικά New England Journal of Medicine και Nature.

Η TRACERx είναι η πρώτη μελέτη που εξετάζει την εξέλιξη του καρκίνου σε πραγματικό χρόνο και υψηλή λεπτομέρεια. Οι ερευνητές παρακολούθησαν τους ασθενείς σε όλη τη διαδρομή από τη διάγνωση του καρκίνου μέχρι είτε υποτροπή της νόσου ή τη θεραπεία μετά από χειρουργική επέμβαση, αναλύοντας πώς αναπτύσσεται ο καρκίνος.

Ο καθηγητής Charles Swanton, επικεφαλής της έρευνας στο Ινστιτούτο Francis Crick στο Λονδίνο, δήλωσε: «Η μελέτη TRACERx είναι η μεγαλύτερη επένδυση του Cancer Research UK για τον καρκίνο του πνεύμονα, και για πρώτη φορά έχουμε αποκαλύψει νέα στοιχεία για το πώς οι όγκοι εξελίσσονται και διαλάθουν της θεραπείας, κάτι που αποτελεί την κύρια αιτία θανάτου από καρκίνο. Πιστεύουμε ότι αυτά τα ανεκτίμητα δεδομένα που παράχθηκαν κατά τη διάρκεια της TRACERx θα πρέπει να αξιοποιηθούν από ερευνητικές ομάδες σε όλο τον κόσμο, βοηθώντας μας να απαντήσουμε σε περισσότερες ερωτήσεις σχετικά με τη βιολογία του καρκίνου του πνεύμονα. Έχουμε ξύσει μόνο την επιφάνεια από την άποψη του τι είναι δυνατό να αποκομίσουμε με την εξέταση της εξέλιξης του όγκου με τόση λεπτομέρεια.»

Στην εργασία που δημοσιεύθηκε στο New England Journal of Medicine, οι επιστήμονες ανέλυσαν όγκους από 100 μη μικροκυτταρικούς καρκίνους του πνεύμονα (NSCLC). Βρήκαν ότι τα ασταθή χρωμοσώματα είναι η κινητήρια δύναμη πίσω από τη γενετική ποικιλομορφία εντός των όγκων. Έδειξαν επίσης ότι οι ασθενείς με υψηλό ποσοστό ασταθών χρωμοσωμάτων στον όγκο τους είχαν πάνω από τέσσερις φορές περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν υποτροπή του καρκίνου τους, ή να πεθάνουν από τη νόσο τους, μέσα σε δύο έτη.

Οπλισμένοι με αυτήν την ανακάλυψη, οι ερευνητές πραγματοποίησαν μια δεύτερη μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο Nature, για να διερευνηθεί κατά πόσο αυτή η γενετική ποικιλομορφία θα μπορούσε να παρακολουθηθεί κλινικά. Χρησιμοποιώντας δείγματα αίματος από 96 (από τους 100 αρχικά) ασθενείς, κατέδειξαν ότι το συνονθύλευμα των γενετικών βλαβών που υπάρχουν στο NSCLC, θα μπορούσε να παρακολουθείται με τη χρήση τμημάτων του DNA στο αίμα που έχουν αποκοπεί από έναν όγκο. Στη συνέχεια αναλύοντας δείγματα αίματος από 24 ασθενείς μετά από χειρουργική επέμβαση για NSCLC, ταυτοποίησαν με ακρίβεια πάνω από το 90% εκείνων που προορίζονταν για υποτροπή - μέχρι και ένα έτος πριν από την επιβεβαίωση της υποτροπής με κλινική απεικόνιση.

Ο Δρ Christopher Abbosh, επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης ανέφερε: «Στο μέλλον οι ασθενείς θα μπορούσαν να λαμβάνουν εξατομικευμένες θεραπείες που θα στοχεύουν μέρη του καρκίνου υπεύθυνα για υποτροπή μετά από χειρουργική επέμβαση».
Pin It