Ψυχική Υγεία

Το Σύνδρομο της Στοκχόλμης: Όταν το θύμα ταυτίζεται και συμπάσχει με τον θύτη και τους στόχους του

Το Σύνδρομο της Στοκχόλμης: Όταν το θύμα ταυτίζεται και συμπάσχει με τον θύτη και τους στόχους του
Δεδομένου ότι ένα σύνδρομο ορίζεται από μια συγκεκριμένη και επαναλαμβανόμενη συμπτωματολογία, η οποία αντιστοιχεί σε μια ξεχωριστή κλινική εικόνα, εύλογα δημιουργείται η απορία αν όντως υπάρχει μια φαινομενολογία υποδηλωτικής ενός έγκυρου ψυχιατρικού συνδρόμου ή αν τελικά πρόκειται για ένα κατασκεύασμα των Μέσων Ενημέρωσης, που προτρέπει ή επιτρέπει στην κοινωνία να αφομοιώσει τη συμπεριφορά του αιχμαλώτου ως «διαχειρίσιμη»

Το Σύνδρομο της Στοκχόλμης: Το «σύνδρομο της Στοκχόλμης» περιγράφει την ψυχολογική συνθήκη ενός θύματος, το οποίο ταυτίζεται και συμπάσχει με τον απαγωγέα ή τον θύτη και τους στόχους του. Είναι ένας διαδεδομένος όρος στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και παρόλο που περιγράφει μια συγκεκριμένη συνθήκη, δεν έχει κατηγοριοποιηθεί ως διαταραχή με έγκυρα, διαγνωστικά κριτήρια στα εγχειρίδια της Ψυχιατρικής. Στο ICD-10 η κατηγορία «Οξεία αντίδραση στο στρες» (F43.0) είναι η κατηγορία, που ίσως είναι η πιο σχετική, η οποία περιγράφει παροδικές διαταραχές μετά από εξαιρετικά στρεσογόνα γεγονότα (Namnyak et al., 2007).

Ο συγκεκριμένος όρος προήλθε από μια ληστεία τράπεζας, που έγινε στο κέντρο της Στοκχόλμης στη Σουηδία το 1973. Οι ληστές απήγαγαν κάποια άτομα, που κρατήθηκαν ως όμηροι για έξι ημέρες στο θησαυροφυλάκιο της τράπεζας Sveriges Kreditbank. Κατά τη διάρκεια αυτών των ημερών, οι όμηροι θεώρησαν ότι ανέπτυξαν φιλικούς δεσμούς με τους δράστες.

Στη συνέχεια, οι όμηροι διασώθηκαν, έγινε η σύλληψη των δραστών, όμως τέσσερις από αυτούς αρνήθηκαν να καταθέσουν εναντίον τους. Επιπλέον, προσπάθησαν να συλλέξουν χρήματα και να ενισχύσουν οικονομικά τον δικαστικό αγώνα των απαγωγέων τους.

Ενώ αρχικά εντοπίστηκε σε μια φαινομενικά αντιφατική σχέση μεταξύ των ομήρων και των απαγωγέων τους, στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε από το ευρύ κοινό για να περιγράψει και άλλες επιβλαβείς σχέσεις, που συναντώνται σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας, κακοποίησης παιδιών, φυλάκισης κατά τη διάρκεια πολέμου και γενικότερα σε κάθε συνθήκη εγκλωβισμού, αιχμαλωσίας ή αδιεξόδου.

Σύμφωνα με ορισμένους, ερμηνεύεται ως ένας μηχανισμός επιβίωσης, κατά τον οποίο μετριάζεται από το θύμα μια ενδεχόμενη, μεταγενέστερη βλάβη. Έτσι καταλήγει να επιδεικνύει συμμόρφωση και ευγνωμοσύνη στον θύτη. Από άλλους αναφέρεται ως «δεσμός τρόμου» ή «τραυματικός δεσμός».

Τα διαθέσιμα δεδομένα προέρχονται από ελάχιστες μελέτες περιπτώσεων και αναφέρονται σε τέσσερα κοινά χαρακτηριστικά: 1) ότι γίνεται αντιληπτή μια απειλή για την επιβίωση του θύματος και εμφανίζεται η πεποίθηση ότι η απειλή θα μεταφερθεί και εκτός συνθήκης 2) ότι οι αιχμάλωτοι αντιλαμβάνονται κάποια μικρή καλοσύνη από τον απαγωγέα στο πλαίσιο τρόμου 3) ότι ο όμηρος βιώνει την απομόνωση ως μόνη επιλογή και 4) ότι ο όμηρος είναι πεπεισμένος ότι υπάρχει αδυναμία διαφυγής (Namnyak et al., 2007).

Παρόλα αυτά, αρκετοί ακαδημαϊκοί υποστηρίζουν ότι για το συγκεκριμένο θέμα υπάρχει ελλιπής βιβλιογραφία και μεγάλη ασάφεια στην ευρεία χρήση του όρου από τα Μέσα Ενημέρωσης, καθώς δεν έχουν τεκμηριωθεί τα δεδομένα των λιγοστών αναφορών από μεθοδολογική άποψη.

Δεδομένου ότι ένα σύνδρομο ορίζεται από μια συγκεκριμένη και επαναλαμβανόμενη συμπτωματολογία, η οποία αντιστοιχεί σε μια ξεχωριστή κλινική εικόνα, εύλογα δημιουργείται η απορία αν όντως υπάρχει μια φαινομενολογία υποδηλωτικής ενός έγκυρου ψυχιατρικού συνδρόμου ή αν τελικά πρόκειται για ένα κατασκεύασμα των Μέσων Ενημέρωσης, που προτρέπει ή επιτρέπει στην κοινωνία να αφομοιώσει τη συμπεριφορά του αιχμαλώτου ως «διαχειρίσιμη» (Namnyak et al., 2007).