Δερματολογία

Tο γονίδιο ginger αυξάνει τον κίνδυνο για μελάνωμα

Tο γονίδιο ginger αυξάνει τον κίνδυνο για μελάνωμα
Οι άνθρωποι με το γονίδιο ginger (οι κοκκινομάλληδες – κοκκινομαλλούσες με φακίδες) διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για εμφάνιση μελανώματος, της πιο θανατηφόρας μορφής καρκίνου του δέρματος. Οι ερευνητές διαπίστωσαν πως οι άνθρωποι με το γονίδιο ginger (σ.σ. να σημειωθεί πως κάποιοι άνθρωποι φέρουν αυτό το γονίδιο χωρίς να έχουν τα χαρακτηριστικά των κόκκινων μαλλιών και των […]

Οι άνθρωποι με το γονίδιο ginger (οι κοκκινομάλληδες – κοκκινομαλλούσες με φακίδες) διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για εμφάνιση μελανώματος, της πιο θανατηφόρας μορφής καρκίνου του δέρματος.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν πως οι άνθρωποι με το γονίδιο ginger (σ.σ. να σημειωθεί πως κάποιοι άνθρωποι φέρουν αυτό το γονίδιο χωρίς να έχουν τα χαρακτηριστικά των κόκκινων μαλλιών και των φακίδων) διατρέχουν μεγάλο κίνδυνο για μελάνωμα ακόμα και αν δεν κάθονται με τις ώρες κάτω από τον ήλιο.

Οι ερευνητές υπέβαλαν σε εξετάσεις 991 ασθενείς με μελάνωμα και 800 εθελοντές που δεν είχαν καρκίνο του δέρματος. Και διαπίστωσαν πως οι φορείς του MC1R (η επιστημονική ονομασία του γονιδίου) διέτρεχαν μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης μελανώματος, ανεξάρτητα από αν εκτίθενται ή όχι στον ήλιο.

Οι μεταλλαγές του γονιδίου MC1R, που προκαλούν επίσης φτωχή ικανότητα μαυρίσματος, κάνουν τα δερματικά κύτταρα εξαιρετικά ευάλωτα στον καρκίνο έπειτα από την έκθεση σε υπεριώδη (UV) ακτινοβολία. «Τα ευρήματά μας παρέχουν έναν πιθανό μοριακό μηχανισμό που εξηγεί γιατί οι άνθρωποι με κόκκινα μαλλιά οι οποίοι φέρουν μεταλλαγές του MC1R, είναι πολύ πιο ευάλωτοι στις προκαλούμενες από την UV δερματικές βλάβες απ’ ό,τι τα άτομα με σκουρόχρωμο δέρμα και μαλλιά» σημειώνεται στην έκθεση.

Το μελάνωμα είναι κακοήθης όγκος του δέρματος και αποτελεί το 1-3% όλων των κακοήθων όγκων και η συχνότητά του αυξάνεται σε όλον τον κόσμο κατά 4-7% ετησίως (ενώ η ετήσια αύξηση του πληθυσμού είναι 1.17%). Η θνητότητα των πασχόντων από μελάνωμα έχει διπλασιασθεί τα τελευταία 35 χρόνια. Η επίπτωση της πάθησης αυξάνει όσο αυξάνεται η ηλικία, αλλά ένα στα τέσσερα (1/4) άτομα με μελάνωμα είναι ηλικίας μικρότερης των 40 ετών.

Το μελάνωμα δίνει μεταστάσεις τόσο μέσω λεμφαδένων, όσο και μέσω του αίματος. Ανάλογα με την ύπαρξη απομακρυσμένων μεταστάσεων υπολογίζεται η πρόγνωση (υπολογισμός ποσοστού επιβίωσης) των ασθενών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η πρόγνωση είναι καλή και ποσοστό άνω του 75% επιβιώνει με καλές συνθήκες για περισσότερα από 5-10 χρόνια.