Περίπου το 40% των γυναικών στις ΗΠΑ έχουν παχυσαρκία. Οι γυναίκες με παχυσαρκία έχουν περισσότερες πιθανότητες να παρουσιάσουν καρκίνο του μαστού και αρκετές μελέτες έχουν δώσει μια λογική εξήγηση γιατί: μετά την εμμηνόπαυση, ο λιπώδης ιστός παράγει οιστρογόνα και το οιστρογόνο στη συνέχεια προωθεί την ανάπτυξη του όγκου. Αλλά γιατί οι γυναίκες με παχυσαρκία συνεχίζουν να έχουν πιο επιθετικούς όγκους ακόμα και μετά από θεραπεία με αντιοιστρογόνα; Χωρίς την πηγή οιστρογόνων η παχυσαρκία δεν θα έπρεπε να έχει καμία επίδραση στην πρόγνωση, αλλά όπως φαίνεται όντως έχει.
Μια μελέτη του Πανεπιστημίου του Κολοράντο που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Hormones & Cancer προσφέρει μια πιθανή εξήγηση: Σε ένα ζωικό μοντέλο παχυσαρκίας και καρκίνου του μαστού σε αρουραίους, τα καρκινικά κύτταρα σε παχύσαρκα ζώα, αλλά όχι σε ζώα φυσιολογικού βάρους, είχαν ιδιαίτερα ευαίσθητους υποδοχείς ανδρογόνων, επιτρέποντας σε αυτά τα κύτταρα να μεγεθύνουν τα σήματα ανάπτυξης από την τεστοστερόνη.
«Τα λιπώδη κύτταρα σε αυτούς τους αρουραίους δεν παράγουν οιστρογόνα» αναφέρουν οι Elizabeth Wellberg, PhD, Steven Anderson, PhD και Paul MacLean, PhD, ερευνητές που έχουν διαπιστώσει τον σημαντικό ρόλο της παχυσαρκίας στην αλλαγή του τρόπου με τον οποίο οι όγκοι του μαστού ανταποκρίνονται στις ορμόνες. Δεν είναι ότι οι όγκοι ανταποκρίνονται απλώς σε περισσότερη τεστοστερόνη – αυτοί οι υποδοχείς ρυθμίζονται για να είναι πιο ευαίσθητοι στα υπάρχοντα επίπεδα τεστοστερόνης. «Πολλές παράμετροι είναι διαφορετικές μεταξύ των ατόμων φυσιολογικού βάρους και παχύσαρκων – αντίσταση στην ινσουλίνη, υπεργλυκαιμία και αυξημένη φλεγμονώδης απόκριση, αυτό που ονομάζουμε χρόνια φλεγμονή χαμηλής έντασης.»
Η ομάδα είχε προηγουμένως δείξει ότι μία συνιστώσα της φλεγμονής, τα επίπεδα της κυτοκίνης ιντερλευκίνη 6 (IL-6), είναι υψηλότερα στους παχύσαρκους αρουραίους έναντι των αρουραίων με φυσιολογικό βάρος. Στην παρούσα δημοσίευση, η ομάδα δείχνει ότι η χορήγηση IL-6 σε κύτταρα καρκίνου του μαστού ενισχύει τη δραστικότητα των υποδοχέων ανδρογόνων. Έτσι, οι ευαισθητοποιημένοι υποδοχείς ανδρογόνων ενισχύουν τα σήματα ανάπτυξης που οδηγούν στον καρκίνο του μαστού ακόμη και σε ένα περιβάλλον χαμηλής διαθεσιμότητας οιστρογόνων.
Η τρέχουσα εργασία και άλλες σε αυτή τη σειρά μελετών θέτουν τις βάσεις για την εξέταση της παχυσαρκίας ως μεταβλητής στην κλινική πρακτική. «Μπορούμε να φανταστούμε μια ημέρα κατά την οποία ο δείκτης μάζας σώματος θα λαμβάνεται υπόψιν κατά την επιλογή μιας θεραπείας. Αυτοί οι ασθενείς μπορεί να ωφεληθούν σημαντικά από μια πιο εξατομικευμένη θεραπευτική στρατηγική, με βάση το τι κάνει η παχυσαρκία στο καρκινικό περιβάλλον» λέει η Wellberg.






