Τα γενετικά τεστ μπορεί να προβλέψουν την πιθανότητα που έχει ένας άνθρωπος να αναπτύξει μια νόσο, συμπεριλαμβανομένων κάποιων τύπων καρκίνου. Στην περίπτωση που το τεστ βγει θετικό και δείξει κάτι, θα πρέπει οι γιατροί να λένε στον εξεταζόμενο από τι κινδυνεύει και να του δίνουν όλες τις πληροφορίες, ή θα πρέπει να του λένε τα απολύτως απαραίτητα;
Μια έρευνα που έγινε σε νοσοκομείο της Βοστώνης έδειξε πως όσα περισσότερα ήξεραν οι άνθρωποι για όσα τους περιμένουν, έχοντας υποβληθεί σε γενετικά τεστ, τόσο λιγότερο άγχος είχαν! «Ήταν το αντίθετο από ό,τι περιμέναμε» δήλωσε ο συγγραφέας της έρευνας Kurt D. Christensen.
Στην έρευνα συμμετείχαν 257 εθελοντές, ενήλικες χωρίς συμπτώματα, που έκαναν γενετικά τεστ για την νόσο του Αλτσχάιμερ. Οι ερευνητές αξιολόγησαν το άγχος, την κατάθλιψη, την αγωνία και τη συμπεριφορά κάθε ατόμου, όπως επίσης την διατροφή και την δραστηριότητα, σε έξι εβδομάδες, σε έξι μήνες και σε δώδεκα μήνες από την παραλαβή των γενετικών αποτελεσμάτων.
Αποδείχθηκε ότι οι άνθρωποι δεν είχαν περισσότερο άγχος όταν έλαβαν θετικά αποτελέσματα σχετικά με τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου, ενώ ήταν ίδιες οι αντιδράσεις και όσων από τους συμμετέχοντες έμαθαν πως έχουν κίνδυνο για στεφανιαία νόσο.
Έναν χρόνο μετά, όσοι είχαν πάρει επιπλέον πληροφορίες ήταν στην πραγματικότητα λιγότερο αγχωμένοι και πιεσμένοι. Αυτό βέβαια, μπορεί να συμβαίνει επειδή οι ασθενείς δεν μπορούν να κάνουν πολλά πράγματα για να γλιτώσουν από το Αλτσχάιμερ. Για την στεφανιαία νόσο ωστόσο, μπορούν να αλλάξουν κάποια πράγματα στην καθημερινότητά τους για να μειώσουν τον κίνδυνο.
Ο Dr. Robert C. Green προβληματίζεται πάντως για το αν οι ασθενείς πρέπει να μαθαίνουν τα πάντα. «Πώς θα αντιδράσει ένας άνθρωπος που θα κάνει τεστ αν μάθει πως δεν κινδυνεύει από Αλτσχάιμερ, για το οποίο εξετάστηκε, αλλά έχει σοβαρές πιθανότητες ανάπτυξης καρκίνου;»
Σίγουρα, λοιπόν, η έρευνα και τα αποτελέσματά της δεν μπορούν να δώσουν πειστικές απαντήσεις. Όπως και να ‘χει, τα γενετικά τεστ είναι προσωπική απόφαση του καθενός.






