H οργανική/βιολογική καλλιέργεια παράγει κατά 34% μικροτέρες ποσότητες αγροτικών προϊόντων απο την παραδοσιακή σε παρόμοιας έκτασης γή , σύμφωνα με έρευνα καναδών επιστήμονων.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τη Βερένα Σόϊφερτ του Τμήματος Γεωγραφίας του καναδικού πανεπιστημίου ΜακΓκιλ του Μόντρεαλ, που δημοσίευσαν τη σχετική μελέτη στο περιοδικό «Nature», έκαναν εξονυχιστική αξιολόγηση των κυριότερων 66 δημοσιευμένων επιστημονικών μελετών πάνω στο ζήτημα (μετά-ανάλυση), συγκρίνοντας τις σοδειές 34 διαφορετικών καλλιεργειών αγροτικών προϊόντων, τόσο με βάση την παραδοσιακή, όσο και με βάση την οργανική-βιολογική μέθοδο.
Οι ερευνητές φρόντισαν να συγκρίνουν την αγροτική παραγωγικότητα ανά στρέμμα,ή όποια άλλη μονάδα καλλιεργούμενης γης.Ιδιαίτερο συγκριτικό μειονέκτημα εμφανίζουν οι βιολογικές καλλιέργειες στα λαχανικά και σε ορισμένα δημητριακά, όπως το σιτάρι, που αποτελούν την μερίδα του λέοντος στην κατανάλωση του πλανήτη.
Τα δημητριακά και τα λαχανικά χρειάζονται μεγάλες ποσότητες αζώτου για να αναπτυχθούν, πράγμα που σημαίνει ότι η υστέρηση των αποδόσεων των βιολογικών καλλιεργειών οφείλεται κυρίως στην έλλειψη αζωτούχων λιπασμάτων.
Η συμβατική γεωργία χρησιμοποιεί χημικά λιπάσματα για να τονώσει την ανάπτυξη των φυτών πιο γρήγορα.
Ενώ η βιολογική – οργανική προτιμά άλλες εναλλακτικές λύσεις, οι οποίες είναι, όμως, πιο αργής και χαμηλής απόδοσης, όπως η ανακύκλωση των υπολειμμάτων της προηγούμενης σοδειάς στο χώμα της επόμενης.
«Η οργανική γεωργία έχει να παίξει το δικό της ρόλο, επειδή υπό ορισμένες συνθήκες τα καταφέρνει μια χαρά, όμως, συνολικά οι αποδόσεις των βιολογικών καλλιεργειών είναι σημαντικά χαμηλότερες από τις συμβατικές», δήλωσε η Σόϊφερτ.







