Επίμονο στρες σχετίζεται με υψηλότερο κίνδυνο θανάτου σε καρδιοπαθείς

Επίμονη μέτρια έως σοβαρή ψυχική οδύνη συνδέεται με σημαντικά αυξημένο κίνδυνο θανάτου σε ασθενείς με σταθερή στεφανιαία νόσο, σύμφωνα με ευρήματα έρευνας που δημοσιεύθηκε στο ιατρικό περιοδικό Heart. Αλλά επίσης τα ευρήματα δεν δείχνουν καμία τέτοια μακροπρόθεσμη συσχέτιση σε εκείνους που αντιμετωπίζουν επίμονη ήπια ή περιστασιακή δυσφορία.

Πολλές μελέτες έχουν συνδέσει το άγχος / κατάθλιψη με αυξημένο κίνδυνο καρδιακής προσβολής / εγκεφαλικού επεισοδίου. Ωστόσο, υπήρχαν κάποια ζητήματα: αυτές οι μελέτες είχαν – ως επί το πλείστον – γίνει αρκετά σύντομα μετά το συμβάν, και βασίζονταν σε μια και μόνη αξιολόγηση, λένε οι ερευνητές. Επίσης, ο καθορισμός του χρόνιου / επίμονου στρες σε άλλες μακροπρόθεσμες μελέτες ποικίλλει σε μεγάλο βαθμό.

Σε μια προσπάθεια να ξεπεραστούν μερικά από αυτά τα ζητήματα, οι ερευνητές εξέτασαν τη σχέση μεταξύ περιστασιακής ή επίμονης ψυχικής οδύνης και του κινδύνου θανάτου σε 950 άτομα με σταθερή στεφανιαία νόσο, οι οποίοι ήταν μεταξύ 31 και 74 ετών. Όλα τα άτομα συμμετείχαν σε κλινική μελέτη αντιλιπιδαιμικής αγωγής και είχαν υποστεί καρδιακή προσβολή ή είχαν εισαχθεί σε νοσοκομείο για ασταθή στηθάγχη κατά τους προηγούμενους τρείς έως 36 μήνες. Οι ασθενείς απάντησαν στο επικυρωμένο γενικό ερωτηματολόγιο υγείας (GHQ30) μετά έξι μήνες, 1, 2, και 4 χρόνια μετά το συμβάν, ώστε να εκτιμηθεί το επίπεδο της ψυχικής δυσφορίας.

Η ψυχική δυσφορία κλιμακώθηκε ανάλογα με τη σοβαρότητα και τη διάρκεια του χρόνου που διήρκεσε σε κάθε μία από τις εκτιμήσεις: καθόλου/ποτέ, περιστασιακά (οποιασδήποτε σοβαρότητας), επίμονη ήπια δυσφορία σε τρεις ή περισσότερες στιγμές και επίμονη μέτρια δυσφορία σε τρεις ή περισσότερες στιγμές. Η κατάσταση της υγείας των συμμετεχόντων και η επιβίωσή τους εκτιμήθηκαν κατά μέσο όρο για χρονικό διάστημα 12 ετών. Κατά τη διάρκεια της περιόδου παρακολούθησης, 398 άτομα απεβίωσαν από όλες τις αιτίες και 199 πέθαναν από καρδιαγγειακή νόσο. Οι απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο έδειξαν ότι 587 (62%) εκ των συμμετεχόντων δεν ανέφεραν ποτέ ψυχική δυσφορία, ενώ περίπου ένας στους τέσσερις (27%) δήλωσε ότι είχε βιώσει περιστασιακά δυσφορία οποιασδήποτε σοβαρότητας.

Περίπου ένας στους 10 (8%) δήλωσε ότι είχε βιώσει επίμονη ήπια δυσφορία, και 35 άτομα (3,7%) παραπονούνταν για επίμονη μέτρια δυσφορία. Τα άτομα αυτής της τελευταίας ομάδας είχαν σχεδόν τέσσερις φορές περισσότερες πιθανότητες να πεθάνουν από καρδιαγγειακή νόσο και σχεδόν τρεις φορές περισσότερες πιθανότητες να πεθάνουν από οποιαδήποτε αιτία συγκριτικά με τα άτομα που δήλωσαν ότι δεν είχαν ποτέ δυσφορία. Οι συγγραφείς καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η αύξηση του κινδύνου θανάτου ήταν «ουσιαστική» και ότι «Τα ευρήματα αυτά υποδηλώνουν ότι σε ασθενείς με σταθερή [στεφανιαία νόσο], ο μακροπρόθεσμος κίνδυνος θνησιμότητας σχετίζεται με τη σωρευτική επιβάρυνση της ψυχολογικής δυσφορίας».

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΕΠΙΛΟΓΕΣ