Συνεχίζει να αποκλιμακώνεται ο πληθωρισμός στη χώρα μας, με τα νεότερα στοιχεία της Eurostat να δείχνουν σημαντική επιβράδυνση των ανατιμήσεων. Σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση (Flash Estimate) της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας, ο Εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ) στην Ελλάδα υποχώρησε στο 1,7% τον Οκτώβριο, από 1,8% τον Σεπτέμβριο, συνεχίζοντας τη σταθερή καθοδική πορεία των τελευταίων μηνών.

Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί ότι ο πληθωρισμός στην Ελλάδα βρίσκεται πλέον κάτω από τον στόχο του 2% που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), γεγονός που αντανακλά τη σταθεροποίηση των τιμών σε βασικούς τομείς της οικονομίας και τη σταδιακή επιστροφή σε πιο ομαλές συνθήκες τιμολόγησης μετά τις έντονες πιέσεις των τελευταίων ετών.
Πτώση των τιμών σε σχέση με τους προηγούμενους μήνες
Η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού καθίσταται ακόμη πιο εντυπωσιακή αν ληφθεί υπόψη ότι τον Αύγουστο ο ΕνΔΤΚ είχε διαμορφωθεί στο 3,1%, ενώ τον Ιούλιο είχε φτάσει στο 3,7%. Η πτώση αυτή κατά σχεδόν δύο ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε διάστημα τριών μηνών αποδεικνύει ότι οι πληθωριστικές πιέσεις που είχαν κυριαρχήσει το προηγούμενο διάστημα αρχίζουν να εξασθενούν ουσιαστικά.
Σε μηνιαία βάση, ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή μειώθηκε κατά 0,1% τον Οκτώβριο σε σύγκριση με τον Σεπτέμβριο. Το αποτέλεσμα αυτό καταδεικνύει πραγματική αποκλιμάκωση της ακρίβειας, δηλαδή μια σταδιακή σταθεροποίηση των τιμών σε επίπεδο νοικοκυριού και αγοράς.
Αξίζει να σημειωθεί ότι την ίδια περίοδο άλλες χώρες της Ευρωζώνης κατέγραψαν οριακές αυξήσεις στον πληθωρισμό, γεγονός που ενισχύει τη θέση της Ελλάδας ως μιας από τις χώρες με τις καλύτερες επιδόσεις στη συγκράτηση των τιμών τον Οκτώβριο.
Η εικόνα στην Ευρωζώνη
Στο σύνολο της Ευρωζώνης, η Eurostat κατέγραψε ετήσιο πληθωρισμό 2,1% τον Οκτώβριο, έναντι 2,2% τον Σεπτέμβριο. Αν και η μείωση είναι οριακή, το ποσοστό εξακολουθεί να βρίσκεται λίγο πάνω από τον στόχο της ΕΚΤ (2%), διατηρώντας την πίεση για συγκρατημένη νομισματική πολιτική.
Σε μηνιαία βάση, οι τιμές στην Ευρωζώνη αυξήθηκαν κατά 0,2%, έναντι αύξησης 0,1% τον Σεπτέμβριο. Οι διαφορές αυτές αποτυπώνουν μια μικρή διαφοροποίηση μεταξύ των κρατών-μελών, με τις νότιες οικονομίες — και ειδικά την Ελλάδα — να εμφανίζουν ταχύτερη προσαρμογή.
Ποιοι κλάδοι «πιέζουν» περισσότερο τις τιμές
Η ανάλυση των στοιχείων ανά κατηγορία δείχνει ότι ο τομέας των Υπηρεσιών εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό παράγοντα πίεσης στις τιμές. Συγκεκριμένα, οι υπηρεσίες κατέγραψαν ετήσια αύξηση 3,4% τον Οκτώβριο, έναντι 3,2% τον Σεπτέμβριο, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι μισθολογικές και λειτουργικές δαπάνες στον τομέα αυτόν παραμένουν υψηλές.
Ακολουθούν τα τρόφιμα, το αλκοόλ και ο καπνός, που αυξήθηκαν κατά 2,5% σε ετήσια βάση, από 3,0% τον προηγούμενο μήνα — μια μικρή αλλά ουσιαστική αποκλιμάκωση. Αντίθετα, τα μη ενεργειακά βιομηχανικά αγαθά παρουσίασαν περιορισμένη αύξηση 0,6%, έναντι 0,8% τον Σεπτέμβριο, δείχνοντας σταθερότητα στις τιμές των καταναλωτικών προϊόντων.
Η ενέργεια, τέλος, συνέχισε την πτωτική της πορεία, με μείωση 1,0% τον Οκτώβριο (έναντι -0,4% τον Σεπτέμβριο), συμβάλλοντας καθοριστικά στη συνολική επιβράδυνση του πληθωρισμού. Η αποκλιμάκωση αυτή οφείλεται στη σταθεροποίηση των διεθνών τιμών φυσικού αερίου και πετρελαίου και στην ομαλότερη λειτουργία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Ο δομικός πληθωρισμός παραμένει ανθεκτικός
Παρά τη συνολική πτώση, ο δομικός πληθωρισμός — δηλαδή ο δείκτης που εξαιρεί τις ευμετάβλητες τιμές ενέργειας και τροφίμων — παρέμεινε σταθερός στο 2,4% για την Ευρωζώνη. Αυτό σημαίνει ότι οι βασικές πληθωριστικές πιέσεις, κυρίως στον τομέα των υπηρεσιών, δεν έχουν ακόμα εξαλειφθεί πλήρως.
Στην Ελλάδα, ωστόσο, η εικόνα είναι πιο ενθαρρυντική. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, ο δομικός πληθωρισμός μειώθηκε σημαντικά τον Σεπτέμβριο στο 2,6%, από 3,9% τον Αύγουστο, πλησιάζοντας πλέον τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται στη μείωση των λειτουργικών δαπανών, στη σταθεροποίηση των τιμών μεταφορών και στην ήπια αποκλιμάκωση του κόστους στέγασης.

Σταθεροποίηση και προοπτικές
Η διατήρηση του πληθωρισμού κάτω από το όριο του 2% αποτελεί σημαντική ένδειξη οικονομικής σταθερότητας για την Ελλάδα, καθώς ενισχύει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και διευκολύνει τις αποφάσεις νομισματικής πολιτικής.
Αν η τάση αυτή συνεχιστεί, είναι πιθανό να δούμε περαιτέρω αποκλιμάκωση των τιμών μέσα στους επόμενους μήνες, ιδίως σε βασικά αγαθά και καύσιμα. Παράλληλα, η σταθερότητα στις τιμές δημιουργεί προϋποθέσεις για ήπια ανάπτυξη και μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στην αγορά.
Η πρόκληση, ωστόσο, παραμένει η ίδια: να διατηρηθεί η πτώση του πληθωρισμού χωρίς να επηρεαστεί αρνητικά η οικονομική δραστηριότητα. Οι επόμενοι μήνες θα δείξουν αν η ελληνική οικονομία μπορεί να πετύχει αυτή τη δύσκολη ισορροπία — χαμηλές τιμές, βιώσιμη ανάπτυξη και σταθερό εισόδημα για τα νοικοκυριά.







