Όταν γίνεται λόγος για την ψυχική υγεία, οι περισσότερες συζητήσεις επικεντρώνονται στην κατάθλιψη, το άγχος ή τις κρίσεις πανικού. Αντίθετα, οι αποσυνδετικές διαταραχές παραμένουν σχεδόν άγνωστες στο ευρύ κοινό, παρά το γεγονός ότι δεν είναι τόσο σπάνιες όσο πιστεύουμε. Σύμφωνα με επιστημονικές μελέτες, τα αποσυνδετικά συμπτώματα και οι αποσυνδετικές διαταραχές εμφανίζονται με συχνότητα συγκρίσιμη με άλλες γνωστές ψυχικές διαταραχές, όπως η μείζων κατάθλιψη, ιδιαίτερα σε κλινικούς πληθυσμούς. Ωστόσο, εξακολουθούν να υποδιαγιγνώσκονται και να παρερμηνεύονται.
Γιατί, λοιπόν, γνωρίζουμε τόσα πολλά για την κατάθλιψη, αλλά τόσο λίγα για την αποσύνδεση;
Τι είναι οι αποσυνδετικές διαταραχές;
Η αποσύνδεση (dissociation) είναι ένας ψυχολογικός μηχανισμός άμυνας, μέσω του οποίου ο εγκέφαλος απομακρύνεται προσωρινά από μια εμπειρία που βιώνεται ως υπερβολικά αγχωτική ή τραυματική. Σε ήπιες μορφές, όλοι έχουμε βιώσει στιγμές αποσύνδεσης, όπως όταν οδηγούμε και δεν θυμόμαστε τη διαδρομή ή όταν «χάνουμε» την αίσθηση του χρόνου διαβάζοντας ένα βιβλίο.
Στις αποσυνδετικές διαταραχές, όμως, τα συμπτώματα είναι πιο έντονα και επηρεάζουν σημαντικά την καθημερινή λειτουργικότητα. Το άτομο μπορεί να αισθάνεται ότι παρατηρεί τον εαυτό του από απόσταση, ότι ο κόσμος γύρω του δεν είναι πραγματικός ή να παρουσιάζει σημαντικά κενά μνήμης που δεν εξηγούνται από άλλες αιτίες.
Η σύνδεση με το ψυχικό τραύμα
Οι αποσυνδετικές διαταραχές συνδέονται στενά με την έκθεση σε έντονο ή επαναλαμβανόμενο ψυχικό τραύμα, ιδιαίτερα όταν αυτό συμβαίνει κατά την παιδική ηλικία. Όταν ένα παιδί βιώνει καταστάσεις που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει – όπως κακοποίηση, παραμέληση ή σοβαρή ενδοοικογενειακή βία – ο εγκέφαλος μπορεί να χρησιμοποιήσει την αποσύνδεση ως τρόπο προστασίας.
Η αποσύνδεση επιτρέπει στο άτομο να «απομακρυνθεί» ψυχικά από μια αφόρητη εμπειρία. Πρόκειται για έναν μηχανισμό που μπορεί να είναι σωτήριος τη στιγμή του τραύματος. Όταν όμως παραμένει ενεργός και στην ενήλικη ζωή, μπορεί να προκαλέσει σημαντικές δυσκολίες στις σχέσεις, στην εργασία και στη συνολική ψυχική υγεία.
Γιατί δεν αναγνωρίζονται εύκολα;
Ένας βασικός λόγος είναι ότι τα συμπτώματα της αποσύνδεσης είναι λιγότερο εμφανή από εκείνα της κατάθλιψης ή του άγχους. Ένα άτομο με αποσυνδετική διαταραχή μπορεί να φαίνεται λειτουργικό εξωτερικά, ενώ εσωτερικά βιώνει έντονη σύγχυση, συναισθηματικό «μούδιασμα» ή απώλειες μνήμης.
Επιπλέον, πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται να περιγράψουν αυτά που βιώνουν. Εκφράσεις όπως «νιώθω ότι δεν είμαι εγώ», «όλα μοιάζουν σαν όνειρο» ή «δεν θυμάμαι τι έγινε» συχνά παρερμηνεύονται ή αποδίδονται αποκλειστικά στο άγχος.
Ακόμη και οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας μπορεί να χρειαστούν εξειδικευμένη εκπαίδευση για να αναγνωρίσουν τα αποσυνδετικά συμπτώματα, καθώς αυτά συχνά συνυπάρχουν με κατάθλιψη, αγχώδεις διαταραχές ή διαταραχή μετατραυματικού στρες (PTSD).
Οι μύθοι που δημιουργεί ο κινηματογράφος
Η δημόσια εικόνα των αποσυνδετικών διαταραχών έχει επηρεαστεί έντονα από τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Ταινίες που παρουσιάζουν εντυπωσιακές και υπερβολικές μορφές διασχιστικής διαταραχής ταυτότητας έχουν δημιουργήσει λανθασμένες εντυπώσεις, οδηγώντας πολλούς να πιστεύουν ότι όλες οι αποσυνδετικές διαταραχές συνοδεύονται από «πολλαπλές προσωπικότητες».
Στην πραγματικότητα, η διασχιστική διαταραχή ταυτότητας αποτελεί μία μόνο μορφή αποσυνδετικής διαταραχής και είναι πολύ πιο σύνθετη από ό,τι παρουσιάζεται στη μυθοπλασία. Οι περισσότεροι άνθρωποι με αποσυνδετικά συμπτώματα δεν εμφανίζουν τέτοιου είδους εικόνα, γεγονός που κάνει τη διάγνωση ακόμη πιο δύσκολη.
Υπάρχει θεραπεία;
Ναι. Οι αποσυνδετικές διαταραχές μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά με εξειδικευμένη ψυχοθεραπεία, ιδιαίτερα όταν η διάγνωση γίνει έγκαιρα. Στόχος της θεραπείας είναι να βοηθήσει το άτομο να αναπτύξει μεγαλύτερη αίσθηση ασφάλειας, να κατανοήσει τα συμπτώματά του και να επεξεργαστεί σταδιακά τα τραυματικά βιώματα που βρίσκονται στη βάση της αποσύνδεσης.
Η θεραπευτική προσέγγιση δεν επικεντρώνεται στην «εξάλειψη» της αποσύνδεσης, αλλά στην ενίσχυση της ικανότητας του ατόμου να παραμένει συνδεδεμένο με το παρόν, να αναγνωρίζει τα συναισθήματά του και να ανακτά τον έλεγχο της καθημερινότητάς του. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να χρειαστεί και φαρμακευτική αγωγή για τη διαχείριση συνοδών συμπτωμάτων, όπως κατάθλιψη ή άγχος, όχι όμως για την ίδια την αποσύνδεση.
Η ανάγκη για μεγαλύτερη ενημέρωση
Το γεγονός ότι οι αποσυνδετικές διαταραχές δεν συζητούνται συχνά δεν σημαίνει ότι είναι σπάνιες ή ασήμαντες. Αντίθετα, πολλοί άνθρωποι ζουν για χρόνια χωρίς να γνωρίζουν τι πραγματικά τους συμβαίνει, λαμβάνοντας συχνά λανθασμένες διαγνώσεις ή μη βρίσκοντας την κατάλληλη βοήθεια
Η ενημέρωση του κοινού και η εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας μπορούν να συμβάλουν στην έγκαιρη αναγνώριση αυτών των διαταραχών και στη μείωση του στίγματος. Όπως η κατάθλιψη απέκτησε τα τελευταία χρόνια μεγαλύτερη ορατότητα και κατανόηση, έτσι και οι αποσυνδετικές διαταραχές αξίζουν να αντιμετωπίζονται με την ίδια σοβαρότητα.
Η αποσύνδεση δεν είναι ένδειξη αδυναμίας ούτε «ιδιορρυθμία» της προσωπικότητας. Είναι, στις περισσότερες περιπτώσεις, η απόδειξη ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος προσπάθησε κάποτε να προστατεύσει τον εαυτό του από εμπειρίες που ξεπερνούσαν τις αντοχές του. Η κατανόηση αυτού του μηχανισμού αποτελεί το πρώτο βήμα για την έγκαιρη διάγνωση, την αποτελεσματική θεραπεία και την ουσιαστική αποκατάσταση της ψυχικής υγείας.






