Μια μικρή κλινική δοκιμή στην Ολλανδία διαπίστωσε ότι μια μεταμόσχευση κοπράνων από έναν αδύνατο δότη μπορεί προσωρινά να βελτιώσει την αντίσταση στην ινσουλίνη σε παχύσαρκους άνδρες – αλλά μόνο οι μισοί από τους αποδέκτες ανταποκρίθηκαν. Μετά από περαιτέρω έρευνα, οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι θα μπορούσαν να προβλέψουν την επιτυχία της θεραπείας, αναλύοντας το μικροβιακό προφίλ στα κόπρανα του κάθε ασθενούς. Η κατανόηση αυτών των διαφορών θα μπορούσε να βοηθήσει στη διαμόρφωση και ανάπτυξη εξατομικευμένων μεταμοσχεύσεων κοπράνων για διαβήτη. Η σχετική ερευνητική εργασία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Cell Metabolism .
“Έχουμε τώρα καταδείξει ότι μπορούμε να κατηγοριοποιήσουμε τους ανθρώπους με βάση τα δείγματα κοπράνων τους “, λέει ο ανώτερος συγγραφέας Max Nieuwdorp του Τμήματος Παθολογίας και Αγγειακής Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ. «Αυτό μας επιτρέπει να ταξινομούμε τις ασθένειες με μεγαλύτερη ευαισθησία». Έξι εβδομάδες από τη στιγμή που οι συμμετέχοντες έλαβαν υλικό κοπράνων από έναν αδύνατο δότη, οι μισοί από αυτούς εμφάνισαν βελτίωση στην ευαισθησία στην ινσουλίνη, ενώ το άλλο μισό δεν είδε καμία αλλαγή. “Το ποσοστό 50%-50% με απόκριση – μη απόκριση με εξέπληξε”, λέει ο Nieuwdorp. “Νόμιζα ότι θα είχαμε λιγότερα άτομα που θα ανταποκρίνονταν στη μεταμόσχευση.”
Οι ερευνητές συνέκριναν έπειτα το μικροβίωμα και των δύο ομάδων και διαπίστωσαν ότι οι μη ανταποκρινόμενοι ήταν εκείνοι που ξεκίνησαν με λιγότερη βακτηριακή ποικιλομορφία. Σε αυτή την τυχαιοποιημένη μελέτη, οι ερευνητές περιέλαβαν 38 παχύσαρκους άνδρες με μεταβολικό σύνδρομο (μια κατάσταση που περιλαμβάνει υψηλή αρτηριακή πίεση, υψηλό σάκχαρο στο αίμα και περίσσεια λίπους). Επίσης, περιελήφθησαν 11 αδύνατοι δότες με υγιές μικροβίωμα. Οι ερευνητές πήραν δείγματα αίματος και κοπράνων για να θέσουν ένα σημείο αναφοράς για κάθε άτομο.
Μετά από έξι εβδομάδες από την μεταμόσχευση κοπράνων, οι ερευνητές πήραν ξανά δείγματα αίματος και κοπράνων και παρατήρησαν μείωση των επιπέδων ινσουλίνης, έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες κινδύνου για τον διαβήτη τύπου 2 στους μισούς συμμετέχοντες. Επίσης, παρατηρήθηκαν μεταβολές στη σύνθεση του μικροβιώματος των ληπτών. Αυτές όμως ήταν μόνο βραχυπρόθεσμες αλλαγές.
Τρεις μήνες αργότερα, το μικροβίωμα για όλους τους αποδέκτες είχε επιστρέψει στην αρχική του κατάσταση. Τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης μπορούν να βοηθήσουν τους μελλοντικούς ερευνητές να προβλέψουν την επιτυχία των μελετών μεταμόσχευσης κοπράνων. Εάν τα δείγματα κοπράνων των παραληπτών εξετάζονται εκ των προτέρων, τότε οι θεραπείες μπορούν να γίνουν πιο εξατομικευμένες, σύμφωνα με τον Nieuwdorp.






