Όλοι έχουμε συναντήσει ανθρώπους που γκρινιάζουν συνεχώς για τα… πάντα: για τη δουλειά τους, για τον/η σύντροφό τους, για τον καιρό κλπ. Η γκρίνια βέβαια αποτελεί έναν τρόπο εκτόνωσης της έντασης και της ψυχικής φόρτισης που συσσωρεύει ένα άτομο, αλλά όπως σε όλα τα θέματα στη ζωή μας, η υπερβολή δεν κάνει καλό.
Το πιο «ενοχλητικό» στους ανθρώπους που γκρινιάζουν συνεχώς είναι πως δεν κάνουν κάτι για να αλλάξουν, να διορθώσουν ή να βελτιώσουν όσα τους δυσαρεστούν. Και συνήθως η γκρίνια τους είναι μονότονη, με επαναλαμβανόμενα θέματα και εκφράσεις, μέσα από τα δόντια σχεδόν, εσωστρεφής και χωρίς να απευθύνεται σε κάποιον για αλλαγή ή βοήθεια.
Σύμφωνα με τους ειδικούς οι άνθρωποι που γκρινιάζουν συνεχώς είναι ουσιαστικά εκείνοι που δεν επιδιώκουν πραγματικά την επίλυση μιας κατάστασης ή δεν μπορούν να δώσουν οριστική λύση σε ένα πρόβλημα. Η γκρίνια ουσιαστικά τους επιτρέπει να ασχολούνται «έμμεσα» και «ανώδυνα» με το πρόβλημα χωρίς να χρειάζεται να ρισκάρουν πολλά.
Παράλληλα, με αυτό τον τρόπο παρουσιάζονται στους άλλους αλλά και στον εαυτό τους ως θύματα μιας κατάστασης και αυτό τους απαλλάσσει από την ανάληψη ουσιαστικής ευθύνης. Η γκρίνια φυσικά δεν είναι για τα δικά τους λάθη, αφού πάντα θα τους φταίει κάποιος ή κάτι άλλο. Στην ουσία οι άνθρωποι γκρινιάζουν γιατί νιώθουν μειονεκτικά, ανεπαρκείς και κρύβουν οργή μέσα τους.
Κάποιες φορές, η γκρίνια γίνεται βίωμα. Αν για παράδειγμα μεγαλώνει κάποιος σε περιβάλλον όπου ένα πρόσωπο της οικογένειας λαμβάνει την προσοχή των άλλων μέσα από την γκρίνια τότε πιθανόν να μάθει να λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο.
Το άτομο που γκρινιάζει συνεχώς είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσει ότι το κάνει αυτό, ενώ οι γύρω του καλούνται να του εξηγήσουν ότι αυτό που κάνει δεν οδηγεί σε μια λύση και ότι επιπλέον τους απομακρύνει από κοντά του. Το άτομο που γκρινιάζει συνεχώς μοιάζει με ένα μικρό παιδί που γκρινιάζει για να το προσέξουν οι άλλοι και να πάρει αυτό που θέλει. Αν συνειδητοποιήσει ότι μπορεί να σηκωθεί μόνο του και να πάρει αυτό που θέλει, ίσως κάτι αλλάξει…






