«Θηλιά» για τις φαρμακευτικές επιχειρήσεις αποτελεί το clawback, γεγονός που προκαλεί σοβαρά προβλήματα ρευστότητας, δεδομένου μάλιστα ότι το 2019 σε σύγκριση με το 2018 σημειώθηκε αύξηση κατά 18%. Στο πλαίσιο αυτό και αναγνωρίζοντας τη σοβαρότητα της κατάστασης, η κυβέρνηση επιχειρεί να αναλάβει πρωτοβουλίες και να λάβει μέτρα για να εξομαλυνθεί η κατάσταση. Αν σκεφτεί κανείς ότι το ποσό που εκτιμάται πως θα εισπραχθεί ανέρχεται σε 1,3 δισ. ευρώ και είναι υψηλότερο κατά 200 εκατομμύρια σε σχέση με τον προηγούμενο χρόνο.
Στην έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την αυξημένη επιτήρηση της ελληνικής οικονομίας προβλέπεται ότι το υπουργείο Υγείας παρεμβαίνει σε μέτρα ελέγχου της ζήτησης φαρμάκων. Σε αυτά περιλαμβάνονται η εφαρμογή πρωτοκόλλων συνταγογράφησης και η διαπραγμάτευση τιμών με τις φαρμακευτικές επιχειρήσεις. Στόχος είναι να εξοικονομηθούν οι πόροι με τη λογική ότι βασικό μερίδιο του προϋπολογισμού για φάρμακα υψηλού κόστους αναμένεται να αυξηθεί λόγω της άφιξης νέων καινοτόμων φαρμάκων. Με σκοπό τη μείωση του clawback, τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα ενθαρρύνουν το ελληνικό υπουργείο Υγείας να εξετάσει το ενδεχόμενο αναθεώρησης του μηχανισμού, εντάσσοντας και στοιχεία κατανομής κινδύνου. Όπως αναφέρεται στην έκθεση, για τους λοιπούς παρόχους (ιδιωτικές κλινικές, διαγνωστικά κέντρα και λοιποί), δεν έχει ξεκινήσει η είσπραξη του clawback, ενώ αναμένεται η δημοσίευση της απόφασης για τις 120 δόσεις. Η καθυστέρηση αποδίδεται στο ότι καθορίστηκαν μόλις στα τέλη του 2019 τα όρια δαπανών ανά κατηγορία, ενώ έχουν οριστεί τα όρια για το 2020.






