Pin It

Νέα έρευνα στα λιποκύτταρα που δημοσιεύθηκε στο Nature Medicine αποκαλύπτει γιατί είναι τόσο δύσκολο να παραμείνουμε αδύνατοι καθώς μεγαλώνουμε. Σύμφωνα με τους σουηδούς ερευνητές του Ινστιτούτου Καρολίνσκα της Σουηδίας οι άνθρωποι που κατανάλωναν τις ίδιες ή λίγο περισσότερες θερμίδες καθώς μεγάλωναν είχαν αύξηση του βάρους κατά 20% κατά μέσο όρο.

Οι ερευνητές με επικεφαλής τον καθηγητή Peter Arner ανέλυσαν τα λιποκύτταρα από 54 άνδρες και γυναίκες για μια περίοδο δεκατριών ετών.Σύμφωνα με την ομάδα του Δρ. Arner τα λιποκύτταρα έδειχναν σημάδια γήρανσης αναφορικά με τον ρυθμό διάσπασης και αποθήκευσης τους, μια διαδικασία γνωστή ως κινητικότητα λιπιδίων.

Οι ερευνητές εκτίμησαν επίσης τον βαθμό αποθήκευσης και αφαίρεσης λίπους σε 41 γυναίκες που είχαν υποβληθεί σε επεμβάσεις βαριατρικής χειρουργικής, καθώς και σε τι βαθμό η κινητικότητα των λιπιδίων επηρέαζε την ιδιότητά τους να διατηρήσουν την απώλεια βάρους 4-7 χρόνια μετά την επέμβαση.

Σύμφωνα με τους Σουηδούς ερευνητές φαίνεται ότι αυτές οι γυναίκες μάλλον έχουν μεγαλύτερο περιθώριο αύξησης της κινητικότητας των λιπιδίων συγκριτικά με εκείνες που είχαν ήδη ένα υψηλό ποσοστό κινητικότητας πριν την βαριατρική επέμβαση, γεγονός που τους έδινε ένα πλεονέκτημα όσον αφορά την ικανότητά τους να παραμείνουν αδύνατες.

«Τα αποτελέσματα υποδηλώνουν για πρώτη φορά ότι οι διαδικασίες στον λιπώδη ιστό ρυθμίζουν αλλαγές στο βάρος του σώματος καθώς μεγαλώνουμε κατά έναν ανεξάρτητο από άλλους παράγοντες τρόπο» είπε ο καθηγητής Arner.

Σύμφωνα με ερευνητές που δεν συμμετείχαν στην έρευνα όπως η διαιτολόγος Sharon Zarabi η οποία είναι επικεφαλής του προγράμματος βαριατρικής χειρουργικής στο Νοσοκομείο Lenox Hill στη Νέα Υόρκη «μια φυσιολογική διαδικασία της γήρανσης είναι ο πιο αργός μεταβολικός ρυθμός. Το σώμα μας χρειάζεται λιγότερη ενέργεια για να λειτουργήσει, συνεπώς επιτελείται λιγότερη λιπόλυση ή αλλιώς διάσπαση του λίπους». Τελικά «αυτό που επηρεάζει τη λιπόλυση είναι ένα σύνολο παραγόντων όπως ο μεταβολισμός, το μικροβίωμα, οι ορμόνες, η πρόσληψη θρεπτικών συστατικών, οι γενετικοί παράγοντες, η μυική σύσταση, η άσκηση και οι περιβαλλοντικές τοξίνες» λέει η Sharon Zarabi.

Pin It