Μη έγκυρες 100 μελέτες ψυχολογίας. Μια διεθνής ομάδα εμπειρογνωμόνων αναφέρει σε νέα της μελέτη ότι τα αποτελέσματα των πειραμάτων 100 μελετών ψυχολογίας είναι μη έγκυρα. Το 75% των πειραμάτων 100 μελετών, που δημοσιεύθηκαν σε κορυφαία περιοδικά ψυχολογίας το 2008, για την κοινωνική ψυχολογία και της γνωστική μελέτη απέτυχαν στη δοκιμασία αντιγραφής.
Της Μαρίας Χατζηδάκη
Μια διεθνής ομάδα εμπειρογνωμόνων επανέλαβε 100 πειράματα που δημοσιεύθηκαν σε κορυφαία περιοδικά της ψυχολογίας και διαπίστωσε ότι θα μπορούσε να αναπαράξει μόνο το 36% των αρχικών συμπερασμάτων. Η μελέτη, η οποία παρακολούθησε 270 επιστήμονες να επαναλαμβάνουν τα πειράματα σε πέντε ηπείρους, ξεκίνησε από ψυχολόγους στις ΗΠΑ, ως απάντηση στις αυξανόμενες ανησυχίες σχετικά με την αξιοπιστία της έρευνας της ψυχολογίας.
Όλα τα πειράματα των επιστημόνων παρουσιάστηκαν στα κορυφαία περιοδικά ψυχολογίας το 2008 και αφορούσαν δύο μεγάλες κατηγορίες, την γνωστική και την κοινωνική ψυχολογία. Η γνωστική ψυχολογία ασχολείται με τις βασικές λειτουργίες του νου και οι μελέτες της έχουν την τάση να εξετάζουν τομείς όπως η αντίληψη, η προσοχή και η μνήμη. Η κοινωνική ψυχολογία εξετάζει περισσότερο κοινωνικά ζητήματα, όπως η αυτοεκτίμηση, η ταυτότητα, η προκατάληψη και το πώς οι άνθρωποι αλληλεπιδρούν μεταξύ τους.
Κατά την έρευνα, ένα ποσοστό της τάξεως του 75% από τα πειράματα κοινωνικής ψυχολογίας δεν έχουν αναπαραχθεί, πράγμα που σημαίνει ότι τα αρχικά ευρήματα που έχουν αναφερθεί εξαφανίστηκαν όταν άλλοι επιστήμονες επανέλαβαν τα πειράματα. Οι μισές από τις γνωστικές μελέτες ψυχολογίας απέτυχαν το ίδιο τεστ. Οι λεπτομέρειες δημοσιεύονται στο περιοδικό Science.
Ακόμα και όταν οι επιστήμονες μπορούσαν να αναπαράξουν τις αρχικές διαπιστώσεις, τα μεγέθη των αποτελεσμάτων που βρήκαν ήταν κατά μέσο όρο τα μισά, σε σύγκριση με την πρώτη αναφορά. Αυτό θα μπορούσε να οφείλεται στο ότι οι επιστήμονες αγνόησαν τα δεδομένα που ήταν αντίθετα με τις υποθέσεις τους και στο ότι τα περιοδικά δέχονταν μόνο τα πιο «δυνατά» άρθρα.
Παρά τις δυσοίωνες διαπιστώσεις της μελέτης, οι επιστήμονες ισχυρίζονται ότι τα αποτελέσματα που παρουσιάζονται δίνουν την ευκαιρία στους ερευνητές να κατανοήσουν και να διορθώσουν το πρόβλημα. Επίσης, οι επιστήμονες προτείνουν στους ψυχολόγους να υποβάλουν τις ερωτήσεις της έρευνας τους και τις προτεινόμενες μεθόδους πιο πριν για να τις εξετάσουν προτού αρχίσουν τα πειράματά τους.
Ο Γιάννης Ιωαννίδης, καθηγητής της Έρευνας και της Πολιτικής της Υγείας στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, δήλωσε ότι η μελέτη ήταν εντυπωσιακή και ότι τα αποτελέσματά της τα ανέμεναν με ανυπομονησία στην επιστημονική κοινότητα. «Δυστυχώς, η μελέτη δείχνει ότι υπάρχει ένα ποσοστό αποτυχίας της τάξεως του 64%, ακόμη και μεταξύ των εργασιών που δημοσιεύτηκαν στα καλύτερα περιοδικά του τομέα αυτού. Πιστεύω ότι δεν είναι πολύ ωραίο για την ψυχολογική επιστήμη, αλλά και γενικότερα, να βλέπουμε κάτι τέτοιο, όμως για τον τομέα της κοινωνικής ψυχολογίας είναι καταστροφικό.»






