Female Diabetic Checking Blood Sugar Levels

Ερευνητές έχουν ανακαλύψει μία μοναδική μεταβολική «υπογραφή» στα ούρα των διαβητικών, παχύσαρκων μαύρων εφήβων. Κατά τους ερευνητές αυτό το εύρημα μπορεί να αποτελέσει ένα μέσον για να προβλέψουμε την εξέλιξη του διαβήτη τύπου 2 σε άτομα που διατρέχουν τον σχετικό κίνδυνο. Η εργασία παρουσιάστηκε κατά την 99η ετήσια συνάντηση της Ενδοκρινολογικής Εταιρείας στο Ορλάντο της Φλόριντα.

Σε λεπτομερή μεταβολική ανάλυση, το επίπεδο του κύριου μεταβολίτη της σεροτονίνης ήταν «εντυπωσιακά χαμηλότερο» σε παχύσαρκους νέους με διαβήτη τύπου 2 σε σύγκριση με τους μη διαβητικούς παχύσαρκους εφήβους, δήλωσε η Pinar Gumus Balikcioglu, MD, επικεφαλής ερευνήτρια της μελέτης και επίκουρη καθηγήτρια παιδιατρικής ενδοκρινολογίας στο Duke University School of Medicine, Durham, NC Επίσης, τα επίπεδα αρκετών άλλων μεταβολιτών ήταν σύμφωνα με τις πληροφορίες πολύ υψηλότερα σε σχέση με τους εφήβους χωρίς διαβήτη.

«Ο κύριος καθοριστικός παράγοντας του διαβήτη τύπου 2 είναι η παχυσαρκία , η οποία προκαλεί αντίσταση στη δράση της ινσουλίνης. Ωστόσο, πολλά παχύσαρκα άτομα δεν γίνονται ανθεκτικά στην ινσουλίνη , και μόνο μια μειονότητα οδηγούνται στο να αναπτύξουν διαβήτη τύπου 2», δήλωσε η Gumus Balikcioglu. «Για τον προσδιορισμό εκείνων που διατρέχουν το μεγαλύτερο κίνδυνο, είναι σημαντικό να βρεθούν μεταβολικοί δείκτες που προβλέπουν την ανάπτυξη της αντίστασης στην ινσουλίνη και διαβήτη.»

Σ’ αυτήν την προσπάθεια, η ίδια και οι συνάδελφοί της έχουν στραφεί στο νέο πεδίο της μελέτης των χημικών «δακτυλικών αποτυπωμάτων» που οι μεταβολίτες μικρού μοριακού βάρους αφήνουν στο αίμα και στα ούρα. Σε προηγούμενες μελέτες σε παχύσαρκους εφήβους, ανέλυσαν τα επίπεδα ορμονών και των μεταβολιτών σε δείγματα αίματος και ταυτοποίησαν διάφορους παράγοντες που σχετίζονται με την ανάπτυξη της αντίστασης στην ινσουλίνη, ανέφερε η Gumus Balikcioglu.

Σε αυτή τη μελέτη, οι ερευνητές πραγματοποίησαν έλεγχο των μεταβολικών χαρακτηριστικών δειγμάτων ούρων που λαμβάνονταν κατά τη διάρκεια μιας περιόδου 24-ωρών από 33 παχύσαρκους Αφρο-Αμερικανός νέους ηλικίας 8 έως 18 ετών (13 με διαβήτη τύπου 2 και 20 χωρίς). Και οι δύο ομάδες ήταν συγκρίσιμες ως προς την ηλικία, το φύλο και τον δείκτη μάζας σώματος. Οι συμμετέχοντες που ελάμβαναν μετφορμίνη ζητήθηκε να σταματήσουν τη λήψη του την ημέρα πριν από τη μελέτη, αλλά εκείνοι που ελάμβαναν ινσουλίνη είχαν τη δυνατότητα να τη συνεχίσουν για λόγους ασφαλείας.

Στη μεταβολική ανάλυση, οι ερευνητές βρήκαν ότι ένα πολύ χαμηλότερο επίπεδο του 5-υδροξυ-ινδολοξικό οξύ (5-ΗΙΑΑ), του κύριου μεταβολίτη της σεροτονίνης, συσχετίστηκε με διαβήτη. Αν και η σεροτονίνη είναι ίσως πιο γνωστή για τη ρύθμιση της διάθεσης, έχει πολλαπλές λειτουργίες, μεταξύ των οποίων και του ελέγχου της ανάπτυξης και τη λειτουργία των παγκρεατικών β-κύτταρων που κάνουν ινσουλίνη. «Ένα χαμηλό επίπεδο σεροτονίνης ή των υποπροϊόντων της, θα μπορούσε να μειώσει την έκκριση ινσουλίνης, προκαλώντας στα παχύσαρκα άτομα την μετάβαση από την αντίσταση στην ινσουλίνη σε διαβήτη τύπου 2,» είπε η Gumus Balikcioglu.

 

 

ΓΡΑΨΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

Please enter your comment!
Please enter your name here