Ένας κατεσταλμένος φαινότυπος ρενίνης σχετίζεται με υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης υπέρτασης σε σχέση με τους άλλους φαινοτύπους της δραστικότητας της ρενίνης πλάσματος (PRA), σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Annals of Internal Medicine . Η Jennifer M. Brown, από το νοσοκομείο Brigham and Womens στη Βοστόνη, και οι συνεργάτες της πραγματοποίησαν μια μελέτη κοόρτης που περιελάμβανε 850 μη θεραπευόμενους νορμοτασικούς (συμμετέχοντες σε πολυεθνική μελέτη αθηροσκλήρωσης) για να εξετάσουν εάν ένα φάσμα υποκλινικού αλδοστερονισμού που δεν εξαρτάται από την ρενίνη αυξάνει τον κίνδυνο υπέρτασης. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι σε σύγκριση με άλλους φαινότυπους PRA, ένας κατεσταλμένος φαινότυπος ρενίνης συσχετίστηκε με υψηλότερο ποσοστό υπέρτασης (κατεσταλμένος φαινότυπος ρενίνης, 85,4 περιστατικά, απροσδιόριστος φαινότυπος ρενίνης, 53,3 περιστατικά, μη-κατεσταλμένος φαινότυπος ρενίνης, 54,5 περιστατικά ανά 1.000 άτομα-έτη παρακολούθησης). Υπήρχε μια ανεξάρτητη συσχέτιση μεταξύ των υψηλότερων συγκεντρώσεων αλδοστερόνης και του αυξημένου κινδύνου για υπέρταση με καταστολή της ρενίνης. Όταν η ρενίνη δεν καταστελλόταν, δεν υπήρχε συσχέτιση μεταξύ της αλδοστερόνης και της υπέρτασης . Όταν καταστελλόταν η ρενίνη υπήρξε συσχέτιση για υψηλότερες συγκεντρώσεις αλδοστερόνης με χαμηλότερο κάλιο στον ορό και υψηλότερη απέκκριση καλίου από το ούρο. "Αυτά τα ευρήματα υποδηλώνουν ένα κλινικά φάσμα υποκλινικού πρωτοπαθούς υπεραλδοστερονισμού (ανεξάρτητου από ρενίνη υπεραλδοστερονισμού) σε νορμοτασικούς", γράφουν οι συγγραφείς. Η αλδοστερόνη είναι ορμόνη που παράγεται στην φλοιώδη μοίρα των επινεφριδίων, συγκεκριμένα στην σπειροειδή ζώνη και ανήκει στην ομάδα των  αλατοκορτικοστεροειδών. Η βιολογική της δράση έχει σχέση με το μεταβολισμό του ύδατος και των ηλεκτρολυτών. Η έκκριση της αλδοστερόνης ρυθμίζεται από μια σειρά πολύπλοκους μηχανισμούς με κυριότερο το σύστημα ρενίνης – αγγειοτανσίνης και ακολουθούν τα ιόντα καλίου του πλάσματος, η ACTH, τα ιόντα νατρίου, το νατριουρητικό πεπτίδιο, η σωματοστατίνη, το αγγειοκινητικό εντερικό πεπτίδιο κ.α. Η υπερβολική παραγωγή αλδοστερόνης η οποία δεν εξαρτάται από το σύστημα της ρενίνης αγγειοτανσίνης, ονομάζεται πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμός και έχει ως αποτέλεσμα την εμφάνιση αρτηριακής υπέρτασης και υποκαλιαιμίας. Ο υπεραλδοστερονισμός μέχρι πρόσφατα είχε θεωρηθεί υπεύθυνος για το 1% περίπου των περιπτώσεων αρτηριακής υπέρτασης. Νεότερες όμως μελέτες, με τη βοήθεια πιο εξελιγμένων τεχνολογικά μεθόδων, έχουν αρχίσει να πείθουν τους ειδικούς ότι το ποσοστό αυτό ίσως να είναι αρκετά μεγαλύτερο. Για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της αρτηριακής υπέρτασης που οφείλεται στην υπερπαραγωγή αλδοστερόνης προϋπόθεση είναι καταρχήν η διάγνωση της νόσου και στην συνέχεια ο εντοπισμός της πηγής παραγωγής της ορμόνης.