Μια διεθνής ομάδα ερευνητών έχει βρει στοιχεία τεσσάρων γονιδίων που μπορούν να συνδεθούν με την ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή (OCD). Στην εργασία τους που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Nature Communications, η ομάδα περιγράφει την προσέγγισή της στην απομόνωση γονιδίων που συνδέονται με την OCD και τι βρήκαν ως αποτέλεσμα.

Τα άτομα με OCD έχουν την τάση να επαναλαμβάνουν υποχρεωτικά κάποιες συμπεριφορές επειδή ο εγκέφαλός τους λέει ότι κάτι δεν έχει επιλυθεί επαρκώς. Βιώνουν έτσι μια παρόρμηση να επιλύσουν ένα ζήτημα όπως το να εξασφαλίσουν ότι τα χέρια τους είναι επαρκώς καθαρά. Δεν υπάρχει γνωστή θεραπεία για την πάθηση, αν και πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, η χρήση φαρμάκων που ενισχύουν τα επίπεδα σεροτονίνης μπορεί να βοηθήσει.

Προηγούμενη έρευνα έχει επίσης δείξει ότι είναι πιθανό η OCD να είναι κληρονομική νόσος. Σε αυτή τη νέα μελέτη, οι ερευνητές προσπάθησαν να εργαστούν επ’αυτής της  θεωρίας, βρίσκοντας τα γονίδια που είναι πιθανόν να προκαλέσουν τη διαταραχή. Η έρευνα περιελάμβανε την λήψη γενετικού υλικού από 592 άτομα που διαγνώστηκαν με OCD και 560 άτομα χωρίς τη διαταραχή, που χρησίμευσαν ως ομάδα ελέγχου. Η ομάδα περιελάμβανε επίσης γενετικά δείγματα από σκύλους που υποφέρουν από μία αντίστοιχη διαταραχή.

Στη συνέχεια οι ερευνητές επικεντρώθηκαν σε 600 συγκεκριμένα γονίδια που ενδεχομένως συνδέονται με την OCD και, σε ορισμένες περιπτώσεις, με τον αυτισμό. Μετά από ενδελεχή έλεγχο, η ομάδα απομόνωσε τέσσερα γονίδια (NRXN1, HTR2A, CTTNBP2 και REEP3) τα οποία διέφεραν σε άτομα με OCD. Αυτά τα γονίδια είχε αναγνωριστεί προηγουμένως ότι παίζουν σημαντικό ρόλο στη δημιουργία των  κυκλωμάτων του εγκεφάλου που εμπλέκονται στην οικοδόμηση δεσμών μεταξύ των περιοχών του θαλάμου, του ραβδωτού σώματος και του φλοιού.

Αυτό το εύρημα θεωρήθηκε ιδιαίτερα αξιοσημείωτο επειδή το ραβδωτό σώμα παίζει ρόλο στην εκμάθηση και επίσης στη μεταφορά μηνυμάτων μέσω του θαλάμου στον φλοιό. Οι ερευνητές πιστεύουν ότι ο φλοιός είναι ο τόπος λήψης αποφάσεων. Έτσι,  προτείνουν ότι τα μεταλλαγμένα γονίδια θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε υψηλότερα ή χαμηλότερα από τα φυσιολογικά επίπεδα σεροτονίνης, γεγονός που με τη σειρά του θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαταραχή της ερμηνείας των πληροφοριών από τον εγκέφαλο, οδηγώντας σε ψευδή καταγραφή των επιπτώσεων μιας συμπεριφοράς.

ΓΡΑΨΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

Please enter your comment!
Please enter your name here