Ερευνητές από το Joslin Diabetes Center έχουν αναπτύξει ένα προγνωστικό εργαλείο που προβλέπει με ακρίβεια τον κίνδυνο νεφροπάθειας τελικού σταδίου (ESRD) σε ασθενείς τόσο με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 όσο και τύπου 2.

Αυτό το νέο τεστ θα μπορούσε να βοηθήσει τους ιατρούς να αξιολογούν τον κίνδυνο σε ασθενείς και μπορεί να καθοδηγήσει τους ερευνητές να αναπτύξουν πιο αποτελεσματικές θεραπείες για την πρόληψη ή τη θεραπεία της νεφρικής ανεπάρκειας . Τα ευρήματα δημοσιεύονται στο Kidney International.

Στο παρελθόν, οι ιατροί στηρίζονταν κυρίως σε δύο βιοδείκτες- στο λόγο λευκωματίνης ούρων προς κρεατινίνη (ACR) και τον εκτιμώμενο ρυθμό σπειραματικής διήθησης – για την ταυτοποίηση εκείνων με υψηλότερο κίνδυνο νεφρικής ανεπάρκειας και επίσης για την επιλογή ασθενών για κλινικές δοκιμές . Όμως οι ερευνητές λένε ότι με τα κριτήρια αυτά χάνεται ένα μεγάλο ποσοστό ασθενών που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο νόσου και επίσης δεν επιτρέπουν την πρόβλεψη με ακρίβεια του χρόνου έναρξης της ESRD.

«Σε γενικές γραμμές η αποτελεσματικότητα και το κόστος των κλινικών δοκιμών εξαρτώνται από τα διαγνωστικά εργαλεία που χρησιμοποιούνται για την εισδοχή των ασθενών στη μελέτη,» λέει ο κύριος συγγραφέας της μελέτης Andrzej Królewski, MD, Ph.D., επικεφαλής στο τμήμα Γενετικής & Επιδημιολογίας στο Joslin Diabetes Center. Ο Δρ Królewski και η ομάδα του έκαναν μια πολύ σημαντική ανακάλυψη, όταν βρήκαν μια συσχέτιση μεταξύ του υποδοχέα του ογκονεκρωτικού παράγοντα 1 (TNFR1) και της έκπτωσης της νεφρικής λειτουργίας σε τύπου 1 και τύπου 2 διαβήτη. Για την τρέχουσα μελέτη, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δεδομένα από έναν πληθυσμό ασθενών τόσο με διαβήτη και χρόνια νεφρική νόσο (σταδίου 3 και 4) που παρακολουθήθηκαν για τέσσερα έως 15 χρόνια.

Ο Δρ Królewski και συνεργάτες διαπίστωσαν ότι συγκεκριμένες τιμές δύο βιοδεικτών – το επίπεδο στο αίμα του TNFR1 σε συνδυασμό με τον ACR – υποδείκνυαν υψηλό κίνδυνο ESRD. Η ομάδα στη συνέχεια επικύρωσε τα ευρήματα αυτά σε μια ομάδα ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Βρήκαν ότι η προγνωστική αξία για το διαβήτη τύπου 2 ήταν παρόμοια προς του τύπου 1. Σε γενικές γραμμές αυτό το σύνθετο προγνωστικό κριτήριο είχε μια τιμή ευαισθησίας (ανίχνευση εκείνων που κινδυνεύουν) της τάξης του 72% και θετική προγνωστική αξία (ανίχνευση εκείνων οι οποίοι ανέπτυξαν ESRD σε τρία χρόνια) της τάξης του 81%.

Ο Δρ Królewski ανέφερε «αυτή είναι μια πολύ σημαντική παρατήρηση, επειδή στην ιατρική κοινότητα, η εντύπωση είναι ότι η εξέλιξη σε ESRD σε διαβήτη τύπου 1 είναι κάπως διαφορετική από τον τύπο 2. Ως αποτέλεσμα, πολλές κλινικές δοκιμές δεν περιλαμβάνουν ασθενείς με διαβήτη τύπου 1». Αυτή η ανακάλυψη ανοίγει επίσης την πόρτα σε χρήση του TNFR1 ως θεραπευτικού στόχου.

ΓΡΑΨΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

Please enter your comment!
Please enter your name here