«Δεν υπάρχει θεραπεία για τη νόσο Πάρκινσον και με τις θεραπείες που διαθέτουμε σήμερα μόνον τα συμπτώματα της νόσου μπορούν μειωθούν», εξήγησε ο Δρ John T. Slevin, ένας ειδικός στο Kentucky Neuroscience Institute, του φορέα UKHealthCare του Πανεπιστημίου του Kentucky. «Η εξέλιξη της νόσου αναπόφευκτα ξεπερνά την ικανότητα των φαρμάκων να ανακουφίσουν την ακαμψία και τον τρόμο που είναι τα σήματα κατατεθέντα της νόσου του Πάρκινσον.»
Η εγκεφαλική διέγερση (DBS) είναι μια χειρουργική διαδικασία που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία των προβλημάτων που σχετίζονται με τη νόσο Πάρκινσον. Η διαδικασία περιλαμβάνει την εμφύτευση ηλεκτροδίων στον εγκέφαλο που είναι συνδεδεμένα σε μία μικρή, σαν βηματοδότη συσκευή, που εμφυτεύεται στο στήθος. Αυτά τα ηλεκτρόδια παράγουν ηλεκτρικά σήματα τα οποία υπερισχύουν των ανώμαλων ηλεκτρικών ερεθισμάτων που προκαλούνται από τη νόσο, η οποία επιτίθεται και διασπά τα νευρικά κύτταρα του εγκεφάλου. Η διαδικασία αυτή δεν είναι κατάλληλη για όλους και απαιτεί ενδελεχή ψυχολογική εκτίμηση καθώς και μελέτες κινητικότητας για να διασφαλισθεί ότι ο ασθενής είναι έτοιμος για την DBS.
Μια νέα έκδοση της DBS – που ονομάζεται «DBS Plus» αξιοποιεί το γεγονός ότι ενώ το κεντρικό νευρικό σύστημα – το οποίο αποτελείται από τον εγκέφαλο και το νωτιαίο μυελό – δεν είναι σε θέση να αυτοϊαθεί μετά από τραυματισμό ή νόσο, τα περιφερικά νεύρα του υπόλοιπο σώματος είναι σε θέση να αναγεννηθούν. «Η μελέτη μας έχει σχεδιαστεί για να ελέγξει κατά πόσον εάν λάβουμε ένα μικρό μέρος περιφερικού νευρικού ιστού και το τοποθετήσουμε στον εγκέφαλο θα οδηγήσει σε επούλωση των περιοχών του κεντρικού νευρικού συστήματος που έχουν πληγεί από νόσο Πάρκινσον», είπε o νευροχειρουργός G van Horne, από το UKHealthcare.
Για την DBS Plus, ο van Horne και η ομάδα του (G Gerhard, PhD, και G Quintero, PhD,) λαμβάνουν ένα μικρό κομμάτι νευρικού ιστού από τον αστράγαλο του ασθενούς και το εμφυτεύουν στον εγκέφαλό του. Επειδή ο ιστός είναι από το σώμα του ασθενούς δεν υπάρχει ανησυχία σχετικά με απόρριψη, και επειδή η πειραματική θεραπεία εφαρμόζεται κατά τη διάρκεια μιας διαδικασίας που είχε χαρακτηρισθεί ασφαλής και αποτελεσματική από την αμερικανική Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) πριν από σχεδόν δύο δεκαετίες, η DBS Plus θεωρείται σχετικά ασφαλής με ελάχιστο μόνο πρόσθετο κίνδυνο.
Παρ ‘όλα αυτά, ο van Horne είναι επιφυλακτικός σχετικά με τη διαδικασία της εγγραφής ασθενών στη μελέτη. «Είναι πιο ηθικό, κατά τη γνώμη μου, να περιμένουμε μέχρι ένας ασθενής να πληροί τις προϋποθέσεις για τη βασική DBS πριν την ενημέρωση για τη μελέτη», είπε. «Δεν θέλω οι ασθενείς να επιλέξουν να κάνουν DBS μόνο και μόνο επειδή θέλουν DBS Plus» 
Μέχρι σήμερα, 34 ασθενείς έχουν συμμετάσχει στη μελέτη DBS Plus με ενθαρρυντικά αποτελέσματα. Το 65% από αυτούς έχουν δείξει   κλινικά σημαντική βελτίωση στην κινητικότητα, ως αποτέλεσμα του μοσχεύματος. Ο Van Horne επισημαίνει ότι η μελέτη θα πρέπει να δοκιμαστεί σε ένα μεγαλύτερο μέγεθος δείγματος σε πολλά άλλα ιατρικά κέντρα σε όλη τη χώρα για να μπορεί να θεωρηθεί ως βιώσιμη θεραπεία. Επιπλέον, ο ίδιος προειδοποιεί, ενώ τα αποτελέσματα των 12 μηνών είναι ενθαρρυντικά, είναι σημαντικό να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητά για μεγαλύτερο διάστημα. Αλλά υποθέτοντας ότι όλα θα πάνε τόσο καλά όσο έχει πάει μέχρι στιγμής, η DBS Plus δείχνει πολλά υποσχόμενη ως μέσο για την επιβράδυνση της διαδικασίας της νόσου.

ΓΡΑΨΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

Please enter your comment!
Please enter your name here